ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Σας καλωσορίζουμε στο Μουσείο της Τράπεζας της Ελλάδος.Το Μουσείο αποτελεί σημαντικό κέντρο για την ανάδειξη του ρόλου, των λειτουργιών και της συμβολής της Τράπεζας στην αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, φωτίζει πτυχές της νεότερης οικονομικής και νομισματικής ιστορίας της χώρας που είναι χρήσιμες για την κατανόηση φαινομένων της σύγχρονης εποχής, δίνοντας έμφαση στην επιμόρφωση επί οικονομικών όρων που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα και αφορούν κυρίως τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς θεσμούς της χώρας.Άρχισε να λειτουργεί το 1928, έχει την έδρα της στην Αθήνα, και διατηρεί υποκαταστήματα και πρακτορεία σε όλη την ελληνική επικράτεια.Είναι το «κεντρικό» χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της Ελλάδας, που συντονίζει και εποπτεύει τις εμπορικές τράπεζες στη χώρα, και ταυτόχρονα διαθέτει το «εκδοτικό προνόμιο», δηλαδή το αποκλειστικό δικαίωμα να εκδίδει νόμισμα.Αποτελεί επίσης μέλος του «Ευρωσυστήματος», που απαρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες των κρατών-μελών που έχουν υιοθετήσει ως νόμισμα το ευρώ.Πρωταρχικός σκοπός της είναι η διαφύλαξη της σταθερότητας του γενικού επιπέδου των τιμών.Με στόχο τη γενικότερη οικονομική ανάπτυξη του κράτους, είναι επίσης επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή ερευνών και στατιστικών μελετών σχετικά με την οικονομική ζωή του τόπου.Ανεξάρτητη θεσμικά και λειτουργικά, υπόκειται στον δημοκρατικό έλεγχο του ελληνικού Κοινοβουλίου, και λειτουργεί προστατευτικά για την οικονομία της χώρας, διασφαλίζοντας το δημόσιο συμφέρον.Εκτός όμως από τον οικονομικό της ρόλο, με το να συγκεντρώνει στα αρχεία και τις συλλογές της ιστορικά τεκμήρια και έργα τέχνης, διαφυλάσσει και αναδεικνύει σημαντικές μαρτυρίες και δείγματα όχι μόνο της οικονομικής και πολιτικής εξέλιξης, αλλά και της κοινωνικής και πολιτιστικής έκφρασης του σύγχρονου ελληνικού κράτους.
Η Τράπεζα της Ελλάδος, εκτός από θησαυροφύλακας του ελληνικού Δημοσίου, λειτουργεί επίσης και ως θεματοφύλακας της ιστορίας και του πολιτισμού της χώρας.Αρχαία και νεότερα νομίσματα, έργα τέχνης, σπάνια βιβλία, μετάλλια και παράσημα, σαν αυτά που βλέπετε στις οθόνες, αλλά και άλλα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς, συγκαταλέγονται στις συλλογές της.Το 2013 συστάθηκε ως αυτόνομη Διεύθυνση το «ΚΕΠΟΕΤ»: το «Κέντρο Πολιτισμού, Έρευνας και Τεκμηρίωσης» της Τράπεζας της Ελλάδος.Εκτός από το «Μουσείο», το ΚΕΠΟΕΤ διαχειρίζεται επίσης το «Ιστορικό Αρχείο», με πλήθος ιστορικών ντοκουμέντων, τη «Βιβλιοθήκη», που είναι η αρτιότερη στη χώρα μας στον τομέα της οικονομικής επιστήμης, τη συλλογή έργων τέχνης, με αξιόλογα νεοελληνικά τέχνεργα, τη νομισματική συλλογή, που αριθμεί περισσότερα από 150.000 προσκτήματα, αλλά και τις ειδικές «Εκδόσεις» της Τράπεζας, που αφορούν συγγράμματα ευρύτατης θεματολογίας, όχι απαραίτητα οικονομικού περιεχομένου.Σκοπός του ΚΕΠΟΕΤ είναι – μέσα από ποικίλες πολιτιστικές δραστηριότητες, εκδηλώσεις και εκθέσεις, σε συνδυασμό με τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου – να αναδείξει τον πολύπλευρο ρόλο του ελληνικού κεντρικού τραπεζικού ιδρύματος στην οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ανάπτυξη της χώρας.
Ενάμισι εκατομμύριο Ευρώ!Πιο σωστά: «κατεστραμμένα χαρτονομίσματα» που κάποτε αντιστοιχούσαν σε ενάμισι εκατομμύριο ευρώ!Το χαρτί για την εκτύπωσή τους κατασκευάζεται από ίνες καθαρού βαμβακιού, παρόμοιες με αυτές των υφασμάτων ένδυσης. Έτσι, όταν φθαρούν, τα χαρτονομίσματα αποσύρονται από την κυκλοφορία, αχρηστεύονται, και τώρα πια, σε αντίθεση με παλαιότερες εποχές, ανακυκλώνονται.Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες για τη συνετή χρήση των φυσικών πόρων, τη διατήρηση της ποιότητας του περιβάλλοντος και την προστασία της ανθρώπινης υγείας.Μελέτες εκτιμούν ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις του ευρώ – συνολικά, κατά την παραγωγή, διάθεση, χρήση και καταστροφή των χαρτονομισμάτων του – είναι αμελητέες, αφού ισοδυναμούν με τις επιπτώσεις που θα προέκυπταν αν κάθε ευρωπαίος πολίτης άφηνε αναμμένο έναν λαμπτήρα των 60 βατ για μισή ημέρα.
Το χρήμα αντιμετωπίστηκε διαφορετικά από κάθε λαό.Στην πρώτη προθήκη, δεξιά, το δόντι φάλαινας, ο χαυλιόδοντας κάπρου, αλλά και τα κοχύλια, είναι αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν στις συναλλαγές σε κοινωνίες της Αφρικής ή της Ωκεανίας που – αν και νεότερες – ήταν σε κάθε περίπτωση πρωτόγονες.Την πρώτη μεγάλη εξέλιξη στην ιστορία των συναλλαγών την συναντάμε στα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., όταν με την υιοθέτηση του μετάλλου, η απλή ανταλλαγή προϊόντων, ο λεγόμενος «αντιπραγματισμός», εκτοπίσθηκε σταδιακά.Το μέταλλο, με το ζύγισμα αποκτά καθορισμένη αξία βάσει του βάρους του, ενώ παράλληλα είναι διαιρετό, εύχρηστο και εύκολα αποθηκεύσιμο.Στον ελλαδικό χώρο και σε άλλες περιοχές της μεσογειακής λεκάνης, χάλκινα «τάλαντα» και αργότερα σιδερένιοι «οβελοί», όπως απεικονίζονται στις φωτογραφίες, χρησιμοποιήθηκαν στο εμπόριο.
Η επινόηση του νομίσματος με τη μορφή που έχει και σήμερα, αυτή του κέρματος, τοποθετείται στα τέλη του 7ου προχριστιανικού αιώνα, στη δυτική Μικρά Ασία, στην περιοχή της Λυδίας και της Ιωνίας. Αρχικά, τα νομίσματα ήταν «άτυπα», δεν έφεραν δηλαδή παραστάσεις, ακριβώς όπως ο στατήρας της Σάμου που βλέπετε στη φωτογραφία. Λίγο αργότερα, οι μικροί μεταλλικοί δίσκοι σφραγίζονταν από την κάθε «εκδότρια αρχή» με σύμβολα. Η σφράγιση των κερμάτων αποτελούσε εγγύηση για την καθορισμένη αξία και τη νόμιμη κυκλοφορία τους, ώστε να μην υπάρχει πια ανάγκη ζύγισης σε κάθε συναλλαγή. Η εξάπλωση του νομίσματος τόσο στον κυρίως ελλαδικό χώρο όσο και στην υπόλοιπη Μεσόγειο υπήρξε καθαρά ελληνικό επίτευγμα. Μέσω των θαλάσσιων εμπορικών οδών, ισχυρές πόλεις-κράτη όπως η Αίγινα, η Κόρινθος και η Αθήνα διέδωσαν τη χρήση του. Στην προθήκη βλέπουμε μία «γλαύκα», όπως ονομαζόταν το αργυρό αθηναϊκό τετράδραχμο με την κουκουβάγια. Πρόκειται για το πρώτο «διεθνές» νόμισμα της αρχαιότητας, το δολάριο της εποχής του, που ταξίδεψε σε χώρες μακρινές, σε όλη τη Μεσόγειο αλλά και στα βάθη της Ασίας. Κατά την αρχαιότητα νομίσματα έκοβαν στο όνομά τους και οι βασιλείς, όπως ο Φίλιππος ο δεύτερος, ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα αργυρά και χρυσά κέρματά του, σαν αυτά που βλέπουμε, συνέχισαν να εκδίδονται και μετά τον θάνατό του. Διείσδυσαν στην Ευρώπη, και έγιναν σταδιακά αντικείμενο μίμησης από τους κελτικούς λαούς κατά μήκος του Δούναβη, αλλά και από τους Γαλάτες. Το 4ο κέρμα στη σειρά, ένα χάλκινο «ημίλιτρο» της σικελικής πόλης Ιμέρα, σηματοδοτεί μία ακόμα σημαντική εξέλιξη του νομίσματος. Από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., οι ελληνικές πόλεις-κράτη υιοθετούν για πρώτη φορά τη χρήση ευτελούς μετάλλου στις καθημερινές συναλλαγές. Ο «χαλκούς» των αρχαίων ελλήνων αποτελεί την πρώτη μορφή «παραστατικού» χρήματος, με την έννοια ότι η αξία του μετάλλου που περιέχει κάθε κέρμα είναι μικρότερη από εκείνη που αυτό αντιπροσωπεύει ως νόμισμα. Η χρήση του χαλκού προτιμήθηκε και από άλλους λαούς, είτε υπό την επίδραση της ελληνορωμαϊκής παράδοσης είτε ανεξάρτητα. Για παράδειγμα, στην Κίνα, ήδη από τα τέλη του 7ου προχριστιανικού αιώνα, εκδίδονταν χάλκινα νομίσματα σε σχήμα «δικέλλας», σαν αυτό που βλέπουμε στην προθήκη, αλλά και «μάχαιρας», όπως αυτό στη φωτογραφία.
Το ασυνήθιστο χάλκινο τετράγωνο νόμισμα στη μέση της προθήκης είναι ένα σουηδικό ντάλερ. Τα ντάλερ, ή πλάτμιντ όπως αποκαλούνται λόγω του σχήματος τους που θυμίζει πινάκιο, ή πιατάκι, συνδέονται άμεσα με την υιοθέτηση του χαρτονομίσματος στη Σουηδία. Στις αρχές του 17ου αιώνα, η χώρα είχε μεγάλη έλλειψη σε άργυρο, ενώ αντίθετα διέθετε πλούσια μεταλλεία που παρήγαγαν τα 2/3 του ευρωπαϊκού χαλκού. Ακατέργαστα κομμάτια μετάλλου άρχισαν λοιπόν να σφραγίζονται και να μετατρέπονται σε νομίσματα. Ο χαλκός είχε πολύ χαμηλή αξία σε σχέση με τον άργυρο, στον οποίο στηριζόταν τότε το σουηδικό νομισματικό σύστημα. Τα χάλκινα όμως νομίσματα που προέκυψαν ήταν ιδιαίτερα μεγάλα και βαριά, αν αναλογιστεί κανείς ότι ένα νόμισμα των 10 ντάλερ ζύγιζε περίπου 20 κιλά. Αυτά τα ογκώδη νομίσματα, ήταν επόμενο να αρχίσουν να κατατίθενται στην Τράπεζα της Σουηδίας, η οποία έδινε στους καταθέτες τους «γραπτές αποδείξεις». Έτσι προέκυψαν τα πρώτα χαρτονομίσματα στον ευρωπαϊκό χώρο. Σήμερα, τα πλάτμιντ είναι πολύ σπάνια! Κι αυτό διότι μετά το 1771, όταν σταμάτησε η παραγωγή τους, σε μια εποχή που ο χαλκός διεθνώς ήταν ιδιαίτερα πολύτιμος, τα περισσότερα λιώθηκαν. Για παράδειγμα, από τα σχεδόν 27 χιλιάδες νομίσματα των 10 ντάλερ που κόπηκαν συνολικά, στις μέρες μας είναι γνωστά μόλις δέκα. Τα περισσότερα από τα πλάτμιντ που έχουν σωθεί βρέθηκαν σε ναυάγια πλοίων που τα μετέφεραν ως εμπορεύσιμη πρώτη ύλη. Η πιο γνωστή περίπτωση αφορά το εμπορικό πλοίο Νίκομπαρ της Danish East India Company που ναυάγησε το 1783 κοντά στη Νότιο Αφρική, από το οποίο ανασύρθηκαν περίπου 3.000 νομίσματα.
Το νόμισμα με τη μορφή κέρματος, που θεμελιώθηκε κατά την ελληνική αρχαιότητα, συνεχίζει να πρωταγωνιστεί στις συναλλαγές μέχρι και σήμερα. Τα ρωμαϊκά και βυζαντινά νομισματικά πρότυπα υιοθετήθηκαν από τα δυτικά ευρωπαϊκά κράτη, αλλά και από τη μεσαιωνική χριστιανική Ανατολή και τον ισλαμικό κόσμο. Ένας δεύτερος μεγάλος σταθμός στην ιστορία των συναλλαγών υπήρξε η υιοθέτηση του χαρτονομίσματος. Οι Κινέζοι – οι εφευρέτες του χαρτιού – ήταν φυσικά οι πρώτοι που το χρησιμοποίησαν. Το χαρτονόμισμα που βλέπετε στη φωτογραφία εκδόθηκε από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο στα τέλη του 13ου αιώνα. Η αξία του αντιστοιχούσε σε 1.000 χάλκινα νομίσματα, τα οποία απεικονίζονται σε αρμαθιές στο κέντρο του. Αξιοσημείωτη είναι η επιγραφή, στο κάτω μέρος, που δηλώνει ότι η παραχάραξη θα τιμωρείται με αποκεφαλισμό, ενώ όποιος καταδίδει έναν παραχαράκτη θα καρπώνεται την περιουσία του. Στη Δύση, τα πρώτα χαρτονομίσματα άρχισαν να εκδίδονται τον 17ο αιώνα, στη Σκανδιναβία, τη Βρετανία και την Αμερική.
Χαρτονομίσματα σε διαφορετικά μεγέθη, χρώματα και γενικότερα αισθητική, με ποικίλες διακοσμήσεις, περίτεχνα δάπεδα και κοσμήματα σε πολύχρωμες εκτυπώσεις, δεν αποτελούν απλώς μικρά έργα τέχνης, αλλά και εμβλήματα της ταυτότητας κάθε έθνους. Ανά τους αιώνες, μορφές μοναρχών και βασιλικοί θυρεοί, αρχαίοι ναοί και πολιτιστική κληρονομιά, επιφανείς προσωπικότητες, σπάνια ζώα, ιστορικά στιγμιότυπα, πηγές πλούτου όπως η γεωργία, το εμπόριο ή η βιομηχανία, αλλά και αλληγορικές σκηνές όπως ο χορός του θανάτου – ο περίφημος «danse macabre» – μετατρέπουν το χαρτονόμισμα σε έναν ισχυρό φορέα μηνυμάτων, που μετέπειτα λειτουργεί και ως πηγή ιστορικών πληροφοριών.
Το 1933 η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε για πρώτη φορά χαρτονομίσματα με την επωνυμία της: τις 500 και τις 5.000 δραχμές, που τυπώθηκαν από την American BankNote Company στις ΗΠΑ.Αισθητικά μοιάζουν με τις προηγούμενες εκδόσεις της Εθνικής Τράπεζας. Πρόκειται για την ίδια εκτυπωτική εταιρεία και έργα του ίδιου καλλιτέχνη, του ζωγράφου Μιχαήλ Αξελού, ο οποίος από το 1928 είχε αναλάβει Προϊστάμενος του Τμήματος Σχεδιασμού Τραπεζογραμματίων στη νεοσύστατη κεντρική τράπεζα. Παρατηρώντας όμως προσεκτικότερα τα δάπεδα των χαρτονομισμάτων, βλέπουμε ότι για πρώτη φορά χρησιμοποιείται στη σύνθεσή τους η επωνυμία της Τράπεζας.Επίσης, στην μπροστινή όψη, μέσα σε πλούσια διακοσμημένο κυκλικό περίγραμμα, προβάλλει η θεά Αθηνά. Όχι ένα ακόμα χαρακτικό από όσα είχαν χρησιμοποιηθεί παλαιότερα, αλλά ένα τμήμα του εμβλήματος της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο σχεδίασε ο ίδιος ο Αξελός.Την «εναρκτήρια» αυτή έκδοση συμπληρώνουν τρείς ακόμα αξίες, των 50, 100 και χιλίων δραχμών, που κατασκευάστηκαν από την Banque de France το 1935. Είναι ολοφάνερη η διαφορά στην εικαστική αντίληψη των δύο χωρών, ΗΠΑ και Γαλλίας. Εδώ έχουμε την Art Deco τεχνοτροπία, η οποία άλλωστε χαρακτήριζε όλα τα γαλλικά χαρτονομίσματα του μεσοπολέμου.Το ύφος του σχεδιασμού και η χρωματική παλέτα θυμίζουν ακουαρέλες ή λιθογραφημένες αφίσες της εποχής. Τα θέματα αντλούνται από την αρχαιότητα, αλλά και από τη γεωργία, το εμπόριο, τη ναυτιλία και τη βιομηχανία.
Στην καμπή από τον 20ό προς τον 21ο αιώνα, η μακρόχρονη ιστορία του χρήματος και των συναλλαγών διέρχεται ένα τελευταίο εξελικτικό στάδιο: τη μετάβαση από το χαρτονόμισμα στο ηλεκτρονικό χρήμα. Το χρήμα πια αποκτά άυλη υπόσταση. Πλαστικές πιστωτικές κάρτες, πληρωμές και μεταφορές κεφαλαίων με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω του διαδικτύου, αλλά και η χρήση ψηφιακών νομισμάτων, όπως τα bitcoins, αποτελούν πλέον τον σύγχρονο και ολοένα πιο διαδεδομένο τρόπο συναλλαγών.
Το νόμισμα αποτελεί το κύριο σημείο συνάντησης της οικονομίας με την πολιτική. Στο ιστορικό χρονολόγιο αναφέρονται καθοριστικές πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που σημειώθηκαν από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα.Ο «φοίνικας», το πρώτο νεοελληνικό νόμισμα, και η δραχμή, που θεμελιώθηκε με τον Όθωνα, κλήθηκαν να εκτοπίσουν την κυκλοφορία ξένων νομισμάτων από την ελληνική επικράτεια. Τα πρώτα χαρτονομίσματα της Εθνικής Τράπεζας και των άλλων εκδοτικών τραπεζών ακολουθούν τη σταδιακή εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους.Ιστορικές επιτυχίες και απογοητεύσεις που αποτυπώνονται στην πορεία της οικονομίας. Το νομισματικό σύστημα λειτουργεί ως εργαλείο πολιτικής και μέσο χρηματοδότησης εθνικών πολιτικών και αναπτυξιακών προσπαθειών. Σημαντικά ορόσημα εδώ αποτελούν οι απελευθερωτικοί αγώνες του 19ου αιώνα, οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, η Μικρασιατική εκστρατεία, η αποκατάσταση των προσφύγων και η μεταπολεμική ανασυγκρότηση.Μετά από περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως αυτή της κατοχής, όταν χάθηκε ο έλεγχος του πληθωρισμού, διαδοχικές νομισματικές μεταρρυθμίσεις σηματοδότησαν φάσεις επανεκκίνησης της οικονομίας. Αργότερα, η προσχώρηση σε μία ευρύτερη νομισματική ένωση και η υιοθέτηση του ευρώ είχαν ως στόχο την εδραίωση της οικονομικής και νομισματικής σταθερότητας.Σε αυτή την ιστορική αφήγηση, η Τράπεζα της Ελλάδος εντάσσεται το 1928. Η χώρα αποκτά για πρώτη φορά μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, επιφορτισμένη αποκλειστικά με τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής και την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος.Αντιμετωπίζοντας διεθνείς όσο και εσωτερικές προκλήσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος κατόρθωσε να έχει καίρια και ουσιαστική συμβολή στη χρηματοδότηση της οικονομίας.Ειδικότερα κατά την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ήταν εκείνη που συντόνισε τη σταδιακή απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και συμμετείχε στην προετοιμασία της οικονομίας για το ευρώ.Από το 2001 και την είσοδο στην Ευρωζώνη, η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί μέλος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και του Ευρωσυστήματος.
Το νόμισμα αποτελεί το κύριο σημείο συνάντησης της οικονομίας με την πολιτική. Στο ιστορικό χρονολόγιο αναφέρονται καθοριστικές πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που σημειώθηκαν από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα.Ο «φοίνικας», το πρώτο νεοελληνικό νόμισμα, και η δραχμή, που θεμελιώθηκε με τον Όθωνα, κλήθηκαν να εκτοπίσουν την κυκλοφορία ξένων νομισμάτων από την ελληνική επικράτεια. Τα πρώτα χαρτονομίσματα της Εθνικής Τράπεζας και των άλλων εκδοτικών τραπεζών ακολουθούν τη σταδιακή εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους.Ιστορικές επιτυχίες και απογοητεύσεις που αποτυπώνονται στην πορεία της οικονομίας. Το νομισματικό σύστημα λειτουργεί ως εργαλείο πολιτικής και μέσο χρηματοδότησης εθνικών πολιτικών και αναπτυξιακών προσπαθειών. Σημαντικά ορόσημα εδώ αποτελούν οι απελευθερωτικοί αγώνες του 19ου αιώνα, οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, η Μικρασιατική εκστρατεία, η αποκατάσταση των προσφύγων και η μεταπολεμική ανασυγκρότηση.Μετά από περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως αυτή της κατοχής, όταν χάθηκε ο έλεγχος του πληθωρισμού, διαδοχικές νομισματικές μεταρρυθμίσεις σηματοδότησαν φάσεις επανεκκίνησης της οικονομίας. Αργότερα, η προσχώρηση σε μία ευρύτερη νομισματική ένωση και η υιοθέτηση του ευρώ είχαν ως στόχο την εδραίωση της οικονομικής και νομισματικής σταθερότητας.Σε αυτή την ιστορική αφήγηση, η Τράπεζα της Ελλάδος εντάσσεται το 1928. Η χώρα αποκτά για πρώτη φορά μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα, επιφορτισμένη αποκλειστικά με τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής και την εποπτεία του τραπεζικού συστήματος.Αντιμετωπίζοντας διεθνείς όσο και εσωτερικές προκλήσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος κατόρθωσε να έχει καίρια και ουσιαστική συμβολή στη χρηματοδότηση της οικονομίας.Ειδικότερα κατά την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ήταν εκείνη που συντόνισε τη σταδιακή απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και συμμετείχε στην προετοιμασία της οικονομίας για το ευρώ.Από το 2001 και την είσοδο στην Ευρωζώνη, η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί μέλος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και του Ευρωσυστήματος.
Η μεγάλη νομισματική μεταρρύθμιση στη χώρα μας, η αλλαγή του νομισματικού μας συστήματος με την υιοθέτηση του ευρώ, αποτυπώνεται σε αυτό το μοναδικό έκθεμα.Πρόκειται για τον πίνακα από το Dealing Room της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου αναγράφονται οι τελευταίες συναλλαγματικές ισοτιμίες της δραχμής.Η συναλλαγματική πολιτική και η αγορά συναλλάγματος στην Ελλάδα γνώρισε το 1980 μία σημαντική αλλαγή, καθώς εφαρμόστηκε το σύστημα των «ελεύθερα διαπραγματεύσιμων ισοτιμιών».Έκτοτε η Τράπεζα της Ελλάδος ήταν υπεύθυνη να οργανώνει καθημερινά τη λεγόμενη συνεδρίαση «fixing», όπου «καθορίζονταν» – με βάση τις διακυμάνσεις της αγοράς – οι επίσημες ισοτιμίες της δραχμής, έναντι ορισμένων στρατηγικά επιλεγμένων ξένων νομισμάτων, όπως το δολάριο των ΗΠΑ, η λίρα Αγγλίας, το γιέν της Ιαπωνίας, το μάρκο της Γερμανίας, το φράγκο της Γαλλίας, και αργότερα το ευρώ.Στις 29 Δεκεμβρίου του 2000, την τελευταία εργάσιμη ημέρα πριν από την υιοθέτηση του ευρώ σε φυσική μορφή, έλαβε χώρα στην Τράπεζα της Ελλάδος η τελευταία συνεδρίαση fixing.Και αυτός ο πίνακας, παγωμένος στο χρόνο, θα μείνει εσαεί μάρτυρας του τέλους της πολυκύμαντης διαδρομής της δραχμής, της νομισματικής μονάδας που για περισσότερο από ενάμισι αιώνα σφράγισε την πορεία του σύγχρονου ελληνικού κράτους.
Η παραγωγή νομίσματος υπήρξε πάντα ιδιαίτερα δαπανηρή. Η μέθοδος της «επισήμανσης» – με μια σφραγίδα που τοποθετείται σε δεύτερο χρόνο – υιοθετήθηκε αρκετές φορές σε ελληνικά χαρτονομίσματα για να τα επικυρώσει, να μετατρέψει την αξία τους, ή και να τα ακυρώσει.Το 1928, όταν η νεοσύστατη Τράπεζα της Ελλάδος ανέλαβε το εκδοτικό προνόμιο, επισήμανε τα χαρτονομίσματα της Εθνικής Τράπεζας, σφραγίζοντάς τα με την επωνυμία της, σε κόκκινη τοξοειδή διάταξη, πριν τα διαθέσει στην αγορά ως νόμιμο χρήμα.Κοιτάξτε το αναρτημένο δοκίμιο των 25 δραχμών. Οι κόκκινες γραμμές υποδεικνύουν ορισμένα μικροσκοπικά εκτυπωμένα «κωδικά» σημεία, καλά κρυμμένα στο σχέδιο του χαρτονομίσματος. Πρόκειται για τυπογραφικά «χαρακτηριστικά ασφαλείας».Υπάρχουν διαφόρων ειδών στοιχεία που ενσωματώνονται στο χαρτί, το σχέδιο, ή την εκτύπωση κάθε χαρτονομίσματος, με σκοπό την προστασία του ενάντια στην παραχάραξη και την εύκολη εξακρίβωση της γνησιότητάς του.Γενικότερα, σε όλα σχεδόν τα εκθέματα αυτού του επιπέδου, παρατηρήστε τα «δάπεδα» των χαρτονομισμάτων, δηλαδή τα περίτεχνα διακοσμητικά υπόβαθρα με τις περίπλοκες συμμετρικά διασταυρούμενες γραμμές. Δείτε ακόμη τις φαινομενικά λευκές επιφάνειες, που δεν είναι κενές αλλά τυπωμένες με υδατογραφήματα, καθώς και τις μεταλλικές ταινίες που εμπεριέχονται στο χαρτί.Όλα αυτά αποτελούν «χαρακτηριστικά ασφαλείας».
Την περίοδο 1940-41 η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε μια νέα σειρά χαρτονομισμάτων, τεσσάρων αξιών, που τυπώθηκαν στο Λονδίνο. Τα χαρτονομίσματα αυτά είναι τα πρώτα που γνώρισαν τις περιπέτειες του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου.Με την έναρξη των εχθροπραξιών τον Οκτώβριο του 1940, διαπιστώθηκε έλλειψη σε χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών, αλλά ήταν αδύνατο να γίνει νέα παραγγελία στο εξωτερικό. Έτσι, η Τράπεζα αποφάσισε να μετατρέψει τα ακυκλοφόρητα χαρτονομίσματα των 100 δραχμών που είχε σε απόθεμα.Με ένα διορθωτικό τυπογραφικό κλισέ – το οποίο βρίσκεται πίσω σας στο τραπέζι – τα «επισήμανε» με πυκνές διακοσμητικές γραμμές που κάλυπταν τα σημεία όπου αναγραφόταν η αξία 100, τυπώνοντας παράλληλα και στις δύο όψεις τους τη νέα αξία: ΔΡΑΧΜΑΙ ΧΙΛΙΑΙ.
Τα κατοχικά χαρτονομίσματα αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της σκληρής πραγματικότητας της περιόδου. Στα χρόνια της κατοχής, η δραχμή γνώρισε τη μεγαλύτερη απαξίωση στην ιστορία της, κάτω από την πίεση της οικονομικής κατάρρευσης της χώρας.Λόγω του υπερπληθωρισμού τυπώνονταν συνεχώς νέες εκδόσεις, με ολοένα υψηλότερες ονομαστικές αξίες. Μέσα σε μόλις 4 χρόνια κυκλοφόρησαν 20 διαφορετικοί τύποι χαρτονομισμάτων, οι αξίες των οποίων κυμάνθηκαν από 50 δραχμές έως και 100 δισεκατομμύρια δραχμές…!Το μεγαλύτερο σε ονομαστική αξία ελληνικό χαρτονόμισμα, που βλέπετε πάνω δεξιά, κυκλοφόρησε αμέσως μετά την απελευθέρωση του 1944 και αποσύρθηκε λίγες μέρες αργότερα, μαζί με τα άλλα πληθωριστικά χαρτονομίσματα. Ήταν παντελώς ανυπόληπτο και μη αποδεκτό στις συναλλαγές, καθώς η αγοραστική του αξία ήταν μηδαμινή.Την περίοδο της κατοχής, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η ιλιγγιώδης ανάγκη έκδοσης πληθωριστικών χαρτονομισμάτων, η εκτύπωσή τους ανατέθηκε σε ιδιωτικές ελληνικές επιχειρήσεις. Στα χαρτονομίσματα αυτά απουσιάζουν τα χαρακτηριστικά ασφαλείας, με αποτέλεσμα να σημειωθούν πολλές περιπτώσεις πλαστογραφίας.Προς τα τέλη της κατοχικής περιόδου, δεν υπήρχε χρόνος ούτε για το σχεδιασμό νέων σειρών. Παρατηρώντας καλύτερα, βλέπουμε ότι τα χαρτονομίσματα των διακοσίων εκατομμυρίων και των 2 δισεκατομμυρίων δραχμών, που τυπώθηκαν το 1944, είναι πανομοιότυπα, απλά σε διαφορετικό χρώμα.
Το 1944, με την επιστροφή της στην Ελλάδα η μεταπολεμική κυβέρνηση εφάρμοσε ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα της οικονομίας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η χαώδης νομισματική κατάσταση που επικρατούσε.Με νόμο καθορίστηκε η σταθερή ισοτιμία της δραχμής με τη λίρα Αγγλίας. Μία «νέα» δραχμή αντιστοιχούσε σε 50 δισεκατομμύρια κατοχικές, και 600 νέες δραχμές σε μία χάρτινη αγγλική λίρα.Τα νέα χαρτονομίσματα που τέθηκαν σταδιακά σε κυκλοφορία είχαν ήδη τυπωθεί στο Λονδίνο, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδας, από τη νόμιμη Διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος. Καθώς δεν ήταν γνωστό πότε θα απελευθερωνόταν η χώρα, τα χαρτονομίσματα αυτά δεν φέρουν ημερομηνία και συνεχίζουν την αρίθμηση των προπολεμικών εκδόσεων – δηλαδή παραλείπονται όλες οι κατοχικές σειρές.Η εικονογραφία τους είναι γεμάτη συμβολισμούς. Για παράδειγμα, η Νίκη της Σαμοθράκης, αλλά και ο Φοίνικας, το μυθικό πτηνό που αναγεννιέται από τις στάχτες του, παραπέμπουν στην απελευθέρωση της Ελλάδας από τις κατοχικές δυνάμεις.Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η εικονογράφηση των 5.000 δραχμών, ένα χαρτονόμισμα αφιερωμένο στη μητρότητα. Η παράσταση γυναίκας με δύο παιδιά, στην μπροστινή πλευρά, συμβολίζει τον αγώνα της ελληνίδας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην άλλη όψη, η Θέτις πάνω σε ιππόκαμπο, συνοδευόμενη από μια ακόμα Νηρηίδα, μεταφέρει στον γιο της τον Αχιλλέα τα όπλα που είχε σφυρηλατήσει με θεϊκές δυνάμεις ο θεός Ήφαιστος.Η μεταπολεμική σειρά συμπληρώνεται το 1951 με την έκδοση δύο νέων χαρτονομισμάτων. Κάτω δεξιά, οι 50 χιλιάδες και 5 χιλιάδες δραχμές είναι οι πρώτες που σχεδιάστηκαν, χαράχθηκαν και εκτυπώθηκαν εξολοκλήρου στη χώρα μας, στο «ΙΕΤΑ», το «Ίδρυμα Εκτυπώσεων Τραπεζογραμματίων και Αξιών» της Τράπεζας της Ελλάδος.
Το 1955 τυπώθηκαν χαρτονομίσματα «οριστικού τύπου», που δεν έφεραν αριθμό έκδοσης, αλλά χαρακτηρίζονταν μόνο από την ημερομηνία κυκλοφορίας τους.Η εικονογραφία αυτής της πρώτης σειράς αναδεικνύει την καθοριστική συμβολή της Ελλάδας στον Δυτικό Πολιτισμό, με θέματα εμπνευσμένα από την ιστορία, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, τη διανόηση, τη δημοκρατία, και την τέχνη.Έργα μεγάλων διαστάσεων σμικρύνονται στην επιφάνεια των χαρτονομισμάτων χωρίς να χάνουν στο ελάχιστο την αισθητική τους αρτιότητα. Το συμπόσιο του Πλάτωνα, ο Περικλής που αγορεύει στην Πνύκα, η ναυμαχία στο Ναβαρίνο, ο Απόστολος Παύλος που κηρύττει στον Άρειο Πάγο, αποτελούν δημιουργίες ξένων καλλιτεχνών με παγκόσμια ακτινοβολία.Ξεχωρίζει το χαρτονόμισμα των χιλίων δραχμών, αφιερωμένο στον Μέγα Αλέξανδρο. Στην πίσω όψη του απεικονίζεται τμήμα του περίφημου ψηφιδωτού από την Πομπηία, με την παράσταση του μεγάλου στρατηλάτη στη μάχη της Ισσού.
Το 1964 εγκαινιάζεται μια νέα πρακτική ταξινόμησης, που θα ισχύσει για τις δύο τελευταίες δραχμικές εκδόσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Για να διευκολύνεται το κοινό στην αναγνώριση των χαρτονομισμάτων, κάθε διαφορετική αξία αποκτά το δικό της μέγεθος, χρώμα και θέμα.Οι 50 δραχμές, χρώματος ανοιχτού μπλε, προβάλλουν τη ναυτιλία, με παραστάσεις από την αρχαιότητα, όπως η νύμφη Αρέθουσα και ο θεός Ποσειδώνας, αλλά και τη νεότερη Ελλάδα, όπως η Μπουμπουλίνα και ένα σύγχρονο ναυπηγείο. Οι 100 δραχμές, σε χρώμα κόκκινο, εξυμνούν την παιδεία. Απεικονίζονται ο Δημόκριτος και το πανεπιστήμιο Αθηνών, η θεά Αθηνά και ο Αδαμάντιος Κοραής. Οι 500 δραχμές, σε πράσινη απόχρωση, είναι αφιερωμένες στη γεωργία, όπως υποδηλώνει το ανάγλυφο με τον Τριπτόλεμο, που διέδωσε την καλλιέργεια της γης, αλλά και το πορτραίτο του Καποδίστρια, που έφερε την πατάτα στην Ελλάδα. Και τέλος, οι 1.000 δραχμές, σε χρώμα καστανό, αποτυπώνουν θέματα σχετικά με τον τουρισμό και την αρχαιότητα, με τοπία από την Ύδρα και την αρχαία Ολυμπία. Τη δεκαετία του 1980 υιοθετούνται τρεις ακόμα θεματικές ενότητες, για τρεις νέες νομισματικές αξίες:Οι 200 δραχμές, σε πορτοκαλί χρώμα, με τον Ρήγα Φεραίο και την παράσταση του κρυφού σχολειού, αναφέρονται στον ελληνικό Διαφωτισμό. Οι 5.000 δραχμές, σε σκούρο μπλε, προβάλλουν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821, με τη χαρακτηριστική μορφή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και την ιστορική πόλη της Δημητσάνας. Και τέλος, οι 10.000 δραχμές, σε ιώδη απόχρωση, είναι αφιερωμένες στην επιστήμη και την υγεία, από την αρχαιότητα με τον Ιπποκράτη, μέχρι τη σύγχρονη εποχή με τον γιατρό Γεώργιο Παπανικολάου. Στις τελευταίες δραχμικές εκδόσεις διακρίνεται ακόμα μια αλλαγή που επηρέασε τις ζωές όλων στη χώρα μας. Μετά από ενάμιση αιώνα διενέξεων σχετικά με το περίφημο «γλωσσικό ζήτημα», η νεοελληνική γλώσσα καθιερώνεται με νόμο.Στα χαρτονομίσματα, οι «δραχμαί» αναγράφονται πλέον ως «δραχμές» και αντί του «εν αθήναις» τυπώνεται απλά «Αθήνα». Εξαίρεση αποτελούν τα χαρτονομίσματα των 50 και των 100 δραχμών, που κυκλοφόρησαν το 1980 αλλά είχαν τυπωθεί το 1978.
O αργυρός «φοίνικας» – έκθεμα 1 – το πρώτο νόμισμα του νεοελληνικού κράτους, κόπηκε από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και αντιστοιχούσε σε 100 χάλκινα λεπτά. Το όνομα και ο εικονογραφικός του τύπος, το μυθικό πτηνό που αναγεννιέται από τις στάχτες του, συμβολίζουν την απελευθερωμένη Ελλάδα που ξαναζωντανεύει μετά τον ηρωικό εθνικό αγώνα του 1821.Η δραχμή – έκθεμα 13 – επανεμφανίζεται στη νεότερη ελληνική ιστορία με τη νομισματική μεταρρύθμιση υπό τον βασιλιά Όθωνα. Τα πρώτα κέρματα αυτής της περιόδου κατασκευάζονται στο Μόναχο. Ωστόσο, την ίδια εποχή ιδρύεται και το Βασιλικό Νομισματοκοπείο, που λειτούργησε στην πλατεία Κλαυθμώνος μέχρι το 1858.Η αλλαγή του δυναστικού οίκου αποτυπώνεται στα νομίσματα του Γεωργίου Α’ με την απεικόνιση του νέου θυρεού, της δυναστείας Γλύξμπουργκ – έκθεμα 33. Η δραχμή την εποχή αυτή έγινε ισότιμη με το γαλλικό φράγκο. Με την ένταξη της Ελλάδας στη Λατινική Νομισματική Ένωση, το 1868, τέθηκαν επίσημες προδιαγραφές, οι οποίες ακολουθούσαν πιστά τα γαλλικά πρότυπα σε ότι αφορά τις διαστάσεις των νομισμάτων και τις ποσοστώσεις των μετάλλων τους.Η βασιλεία του Κωνσταντίνου του Πρώτου αντιπροσωπεύεται με μόνο ένα νόμισμα, των 10 λεπτών – έκθεμα 60. Λόγω της εμπλοκής της Ελλάδας στους βαλκανικούς πολέμους, και κατόπιν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικονομία της χώρας δεν επέτρεψε παρά την έκδοση ελάχιστων κερμάτων, σε ευτελές μέταλλο, κυρίως αλουμίνιο, μετά το 1921.Τα ελληνικά κέρματα συνέχισαν να κόβονται σε μεγάλα νομισματοκοπεία της Ευρώπης ακόμη και μετά την εγκαθίδρυση της αβασίλευτης Δημοκρατίας – έκθεμα 61. Η εικονογραφία των νέων αυτών νομισμάτων, απαλλαγμένη από βασιλικά σύμβολα, επικεντρώνεται σε αρχαιοελληνικά θέματα.Η πρώτη απόκλιση από τα βασιλικά σύμβολα με το παγιωμένο δίπτυχο του πορτραίτου και του δυναστικού θυρεού απαντάται στις δραχμές και τα δίδραχμα του Γεωργίου του Πρώτου – εκθέματα 41 και 43 – που κόπηκαν το 1910 και το 1911. Απεικονίζουν έργα του Γεώργιου Ιακωβίδη, με τη Θέτιδα να μεταφέρει στον Αχιλλέα στην Τροία τα όπλα που είχε σφυρηλατήσει ο Ήφαιστος.Οι γνωστές «τρύπιες δεκάρες» του Γεωργίου, των 20, 10 και 5 λεπτών – εκθέματα 47, 51 και 55 – έχουν κι αυτές παραστάσεις εμπνευσμένες από την αρχαιότητα: το άγαλμα της Αθηνάς της Βαρβακείου, και την κουκουβάγια να πατά πάνω σε ξαπλωμένο αμφορέα, σύμβολο των ελληνιστικών αθηναϊκών τετράδραχμων.Στις 5 δραχμές της αβασίλευτης δημοκρατίας – έκθεμα 67 – απεικονίζεται ο φοίνικας. Όχι μόνο ως έμμεσος φόρος τιμής στους καποδιστριακούς φοίνικες, αλλά και ως σύμβολο της νέας αναγέννησης του ελληνικού κράτους, αυτή τη φορά σε πολιτειακό επίπεδο, με την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας.Η εικονογραφία των υπόλοιπων νομισμάτων μνημονεύει και πάλι παραστάσεις άλλων αρχαίων ελληνικών κερμάτων.Τα δίδραχμα, οι δραχμές, τα πενηντάλεπτα και τα εικοσάλεπτα – εκθέματα 61 έως 64 – αναπαράγουν την κεφαλή της κρανοφόρου Αθηνάς, όπως απεικονίζεται στους κορινθιακούς στατήρες του 4ου προχριστιανικού αιώνα. Το αργυρό εικοσάδραχμο – έκθεμα 65 – αφιερωμένο στη ναυτιλία, απεικονίζει την κεφαλή του Ποσειδώνα και την πρώρα, από μακεδονικό τετράδραχμο των ελληνιστικών χρόνων. Τέλος, το αργυρό δεκάδραχμο – έκθεμα 66 – αφιερωμένο στην αγροτική οικονομία, απεικονίζει την κεφαλή της θεάς Δήμητρας από στατήρα της Δελφικής Αμφικτυονίας και στάχυ από νόμισμα του Μεταποντίου στην Κάτω Ιταλία.
Η διαδικασία παραγωγής περιλάμβανε πάντα πολλά διαφορετικά στάδια. Αρχικά ο καλλιτέχνης μελετούσε το θέμα του κέρματος σε μία σειρά προσχεδίων. Η τελική μακέτα που προέκυπτε έπαιρνε την έγκριση της Διοίκησης της Τράπεζας της Ελλάδος και του Υπουργείου Οικονομικών.Στη συνέχεια, πάντα με οδηγό τη ζωγραφική μακέτα, ο γλύπτης έπλαθε ένα ανάγλυφο πρόπλασμα από πλαστελίνη. Μέσα από μία σειρά αλλεπάλληλων χυτεύσεων για διορθωτικές παρεμβάσεις ο καλλιτέχνης κατέληγε σε ένα γύψινο ανάγλυφο σαν αυτά που βλέπετε στην προθήκη.Η τελική χύτευση σε «Araldit» – μια εξαιρετικά ανθεκτική εποξική ρητίνη – έδινε το τελικό ανάγλυφο πρόπλασμα, που χρησιμοποιούταν στη διαδικασία «υποβιβασμού», δηλαδή σμίκρυνσης.Εκεί ένα ειδικό μηχάνημα που ονομάζεται «παντογράφος» εξασφάλιζε πιστή αντιγραφή της παράστασης κατά τη δημιουργία της λεγόμενης «πρωτότυπης» μεταλλικής μήτρας, στο φυσικό μέγεθος του κέρματος.Από τη βασική, τη «μητέρα» μήτρα, προέκυπταν οι λεγόμενες «μήτρες εργασίας». Αυτές, σε αντίθεση με την πρωτότυπη, ήταν εσώγλυφες, και προσαρμοσμένες σε ειδικές μηχανικές πρέσες, τύπωναν τα κέρματα στους ανάλογους μεταλλικούς δίσκους.Παρατηρείστε προσεκτικότερα τις μήτρες στη βάση της προθήκης. Μπορείτε να διακρίνετε ποιες είναι πρωτότυπες και ποιες απλές μήτρες εργασίας;Πολλά από τα στάδια που περιγράψαμε γίνονται πλέον ηλεκτρονικά, αλλά ακόμη και σήμερα η διαδικασία σχεδιασμού και παραγωγής των νομισμάτων παραμένει κατά βάση η ίδια. Η τεχνολογία όμως συνεχώς εξελίσσεται. Οι πρέσες κοπής με τα χρόνια έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα και – ενώ παλαιότερα η ταχύτητά τους δεν ξεπερνούσε τους 300 εμβολισμούς το λεπτό – σήμερα μπορούν να τυπώνουν έως και 800 κέρματα κάθε λεπτό.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Ελληνικό κράτος εξέδωσε κέρματα κυκλοφορίας μόλις το 1954.Κατά τις βασιλείες του Παύλου και του Κωνσταντίνου του Δευτέρου στα νομίσματα απεικονίζονται και πάλι ηγεμονικά σύμβολα. Τα πορτραίτα, ο δυναστικός θυρεός, το βασιλικό στέμμα, είναι όλα έργα του γλύπτη Βάσου Φαληρέα.Ξεχωρίζουν τα επετειακά αργυρά τριαντάδραχμα των δύο βασιλέων. Το πρώτο, του Παύλου – έκθεμα 1 – εκδόθηκε με αφορμή την εκατονταετία της βασιλείας των Γλύξμπουργκ στην Ελλάδα. Στη μία όψη απεικονίζονται ο θυρεός και τα πορτραίτα των 5 βασιλέων του δυναστικού οίκου, ενώ στην άλλη ο γεωγραφικός χάρτης της Ελλάδας.Στο τριαντάδραχμο του 1964, του Κωνσταντίνου – έκθεμα 11 – μνημονεύεται ο γάμος του με την Άννα Μαρία. Είναι η μοναδική φορά που απεικονίζεται μορφή βασίλισσας σε ελληνικά νομίσματα.Η Σελήνη που αναδύεται έφιππη από τη θάλασσα συνοδευόμενη από ένα δελφίνι κοσμεί τις 20 δραχμές των δύο βασιλέων – εκθέματα 2 και 12. Η εικόνα αντιγράφει παράσταση από αρχαίο κάτοπτρο που φυλάσσεται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο.Το 1971 εγκαταστάθηκε στο κτήριο του ΙΕΤΑ και το Νομισματοκοπείο. Το Ελληνικό Δημόσιο ανέθεσε στην Τράπεζα της Ελλάδος την παραγωγή μεταλλικών κερμάτων κυκλοφορίας, για λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομικών.Στα πρώτα νομίσματα που εκδίδονται τότε αποτυπώνεται ο ιδιότυπος συνδυασμός βασιλείας και δικτατορίας. Στην μπροστινή όψη διατηρείται το πορτραίτο του Κωνσταντίνου του Δευτέρου. Ο δυναστικός θυρεός όμως, στην πίσω όψη, εναλλάσσεται με το έμβλημα της δικτατορίας, τον φοίνικα με τον στρατιώτη – εκθέματα 13 έως 22.Δύο χρόνια αργότερα, με την αποχώρηση του βασιλέα, τα νομίσματα του 1973 αποκτούν νέες παραστάσεις εμπνευσμένες από την αρχαία ελληνική τέχνη, όπως η κεφαλή της Αθηνάς του Πειραιά, ο Πήγασος, η Γλαύκα και το Ανθέμιο – εκθέματα 28, 29, 31 και 33. Πρόκειται για έργα του γλύπτη Νίκου Περαντινού.
Μετά τη μεταπολίτευση του 1974, τα πρώτα κέρματα που κόβονται είναι αυτά των 10 και 20 λεπτών – εκθέματα 43 και 44 – όπου για πρώτη φορά εικονίζεται το εθνόσημο της ελληνικής Δημοκρατίας.Την περίοδο αυτή διενεργείται εκτεταμένη μελέτη της εικονογραφίας στο ελληνικό Νομισματοκοπείο. Τα νομίσματα αντλούν πλέον τα σύμβολά τους από 2 θεματικές ενότητες.Καταρχάς από την αρχαιότητα. Εκτός από την κεφαλή αλόγου και τον εφορμόντα ταύρο, αντίγραφα αρχαίων νομισμάτων, απεικονίζονται επίσης διακεκριμένες μορφές της φιλοσοφίας, της ποίησης και της πολιτικής: ο Αριστοτέλης, ο Δημόκριτος, ο Όμηρος, ο Περικλής, ο Σόλων και ο Μέγας Αλέξανδρος.Για τις μικρότερες αξίες, τα θέματα αντλούνται για πρώτη φορά από την επανάσταση του 1821, με τις μορφές του Καραϊσκάκη, του Κανάρη, του Μπότσαρη, της Μπουμπουλίνας, του Ρήγα Φεραίου, του Μακρυγιάννη, του Σολωμού, και άλλων.Παρατηρείστε ένα μικρό ανθέμιο, το σύμβολο του ελληνικού νομισματοκοπείου, που διακριτικά ενσωματώνεται στην επιφάνεια όλων των κερμάτων.Λίγο πριν από την υιοθέτηση του ευρώ, τα ελληνικά νομίσματα εμπλουτίζονται εικονογραφικά. Δεν αναφέρονται μόνο στο ένδοξο ελληνικό παρελθόν αλλά απεικονίζουν και σύγχρονα διεθνή αθλητικά γεγονότα. Τα 3 κέρματα των 100 δραχμών των ετών 1997, 98 και 99 – εκθέματα 59 έως 61 – είναι αφιερωμένα σε μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, τα παγκόσμια πρωταθλήματα καλαθοσφαίρισης, στίβου και ελληνορωμαϊκής πάλης.Αντίστοιχα, το 2000 μια αναμνηστική σειρά κερμάτων κυκλοφορίας των 500 δραχμών – εκθέματα 53 έως 58 – αφιερώνεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας.
Τα κέρματα ευρώ έχουν μια κοινή και μια εθνική όψη, που υποδηλώνει τη χώρα έκδοσης. Και οι δύο όψεις είναι παγιωμένες. Για τα 8 ελληνικά κέρματα, σύγχρονα έργα του Γιώργου Σταματόπουλου, γλύπτη στο Νομισματοκοπείο της Τράπεζας της Ελλάδος, η εικονογραφία αντλείται και πάλι από την αρχαιότητα, τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821 και τη ναυτιλία.Πρώτη η Ελλάδα, το 2004, με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, έκοψε κέρματα των 2 ευρώ με διαφορετική εθνική όψη. Έκτοτε, όλες οι χώρες της ευρωζώνης δικαιούνται να εκδίδουν κάθε χρόνο δύο αναμνηστικά κέρματα των 2 ευρώ με ανανεωμένη θεματολογία.Η πρακτική αυτή επιτρέπει στα κράτη να εκφράζονται μέσω της εικονογραφίας των νομισμάτων τους. Ιστορικές επέτειοι, σύγχρονα σημαντικά γεγονότα, μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, μορφές της διανόησης, της επιστήμης και της τέχνης, συνεχίζουν να αποτυπώνονται σε αυτά τα κέρματα.Παρατηρείστε το επετειακό δίευρω του 2009 για τα 10 χρόνια της ΟΝΕ – έκθεμα 41. Η σκόπιμα πρωτόγονη τεχνοτροπία του αναδεικνύει το ευρώ ως το τελευταίο βήμα μιας μακραίωνης ιστορίας εμπορικών συναλλαγών, από τις προϊστορικές ανταλλαγές σε είδος μέχρι τη σημερινή Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Αυτό το σχέδιο του Γιώργου Σταματόπουλου πήρε το πρώτο βραβείο σε σχετικό πανευρωπαϊκό διαγωνισμό.
Εκτός από τα κέρματα που χρησιμοποιούμε στις καθημερινές μας συναλλαγές, τα μεγάλα νομισματοκοπεία εκδίδουν επίσης αναμνηστικά νομίσματα, σε περιορισμένες ποσότητες, που απευθύνονται σε συλλέκτες.Η σχεδίαση και η διαδικασία παραγωγής τους είναι ιδιαίτερα επιμελημένες. Τυπώνονται σε ευγενή μέταλλα, χρυσό και άργυρο, με ειδικές πρέσες. Οι ανάγλυφες παραστάσεις τους, σε ματ υφή, προβάλουν έντονα πάνω στα στιλπνά, γυαλιστερά δάπεδα των κερμάτων.Το Νομισματοκοπείο, τμήμα του ΙΕΤΑ της Τράπεζας της Ελλάδος, έκοψε για πρώτη φορά αναμνηστικά νομίσματα το 1978, για την επέτειο των 50 ετών λειτουργίας της Τράπεζας – έκθεμα 7. Απεικονίζουν το λογότυπό της: τη θεά Αθηνά καθισμένη να κρατά κλαδί ελιάς, έχοντας δίπλα της τον φύλακα του χρυσού, τον «γρύπα», το φτερωτό μυθικό τέρας με κεφαλή αετού και σώμα λιονταριού.Σήμερα το ΙΕΤΑ συνεχίζει την αξιόλογη δραστηριότητά του στον τομέα των αναμνηστικών νομισμάτων, εκδίδοντας συλλεκτικές σειρές κερμάτων ευρώ.
Το 2001, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, το ευρώ, έγινε πραγματικότητα και για τους Έλληνες. Η εικονογραφία των χαρτονομισμάτων αυτών, κοινή για όλα τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, αντανακλά την πολιτιστική κληρονομία της Ευρώπης και κοινά ιδεώδη, προβάλλοντας αξίες όπως το ανοιχτό πνεύμα και το πνεύμα συνεργασίας.Κάθε χαρτονόμισμα έχει ένα κυρίαρχο χρώμα και είναι αφιερωμένο σε έναν διαφορετικό αρχιτεκτονικό ρυθμό, από τον κλασικό έως τη μοντέρνα αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα.Στην μπροστινή όψη απεικονίζονται παράθυρα και πύλες, ενώ στην πίσω πλευρά γέφυρες, που συμβολίζουν την επικοινωνία μεταξύ των ευρωπαϊκών λαών, αλλά και της Ευρώπης με τον υπόλοιπο κόσμο.Τέλος, πριν από τον σειριακό αριθμό αναγράφεται ο κωδικός της χώρας όπου έχει εκτυπωθεί κάθε χαρτονόμισμα. Η Ελλάδα διακρίνεται από το κεφαλαίο γράμμα ύψιλον.Σήμερα, στα χαρτονομίσματα ευρώ, εκτός από τη χαλκογραφική χρησιμοποιείται και η ανάγλυφη εκτύπωση, καθώς και υδατογραφήματα, ολογράμματα, ταινίες ασφαλείας με μικροτυπογραφικά στοιχεία αναγνώσιμα μόνο με μεγεθυντικό φακό, αλλά και αόρατα μελάνια με ενσωματωμένες «μικρο-ίνες» που φωσφορίζουν και αλλάζουν χρώμα ανάλογα με το υπεριώδες φως στο οποίο εκτίθενται.
Ανοίξτε τα συρτάρια και ανακαλύψτε μικρά έργα τέχνης, συνθέσεις με πενάκι, μολύβι και χρώματα ακουαρέλας…Τα «στοιχεία παραγωγής» των χαρτονομισμάτων – από τα σκαριφήματα και τις μακέτες των ζωγράφων ως τα χαλκογραφικά δοκίμια και τις αντίστοιχες πλάκες ή τους εκτυπωτικούς τσίγκους που βλέπετε γύρω σας στις προθήκες – εξιστορούν την πορεία του ελληνικού χαρτονομίσματος, συμπληρώνοντας τις γνώσεις μας σχετικά με τις καλλιτεχνικές και σχεδιαστικές τάσεις, αλλά και τις τεχνολογικές εξελίξεις κάθε περιόδου.Περιηγηθείτε επίσης στο τραπέζι πίσω σας. Παρατηρήστε τα εργαλεία με τα οποία ο καλλιτέχνης έδινε τις χαρακτικές του λύσεις, τα τυπογραφικά κλισέ, καθώς και τα διάφορα μηχανήματα ελέγχου της αντοχής των χαρτονομισμάτων, με τα οποία διαπιστωνόταν η ανθεκτικότητα του χαρτιού σε συνθήκες εφελκυσμού ή διπλοπτυχώσεων.Διάσπαρτες σε όλο αυτό το επίπεδο παρουσιάζονται και κάποιες από τις πηγές έμπνευσης των καλλιτεχνών. Σε συνδυασμό με την πληθώρα των «ανεκτέλεστων» προτάσεων που έχουμε στη διάθεσή μας, μας παρέχουν πλήθος πληροφοριών για το κλίμα κάθε εποχής, τις προτιμήσεις, τους στόχους, αλλά και τις τελικές επιλογές των θεμάτων.
Ο χρυσός είναι ένα μαλακό, αστραφτερό κίτρινο μέταλλο, που λιώνει σε πολύ υψηλή θερμοκρασία. Αν και στερεός, είναι τόσο εύκαμπτος ώστε μπορεί να ραφτεί, ενώ ένα γραμμάριο χρυσού μπορεί να τεντωθεί πάνω από δύο χιλιόμετρα.Καθώς είναι «χημικά αδρανής», παραμένει πρακτικά αναλλοίωτος και ποτέ δεν σκουριάζει. Αν και έχει ανακαλυφθεί σε όλες τις ηπείρους, είναι εξαιρετικά σπάνιος. Μέχρι σήμερα έχουν εξορυχτεί περίπου 170.000 τόνοι, δηλαδή λιγότερο από τον χάλυβα που επεξεργαζόμαστε κάθε μία ώρα.Πάντοτε είχε μεγάλη αξία ως πρώτη ύλη για κοσμήματα και άλλα πολύτιμα τεχνουργήματα. Υπήρξε κυρίαρχο μέσο συναλλαγής, και για μεγάλο διάστημα αποτελούσε βάση της νομισματικής πολιτικής διεθνώς. Στις μέρες μας έχει και βιομηχανικές εφαρμογές, όπως στην οδοντιατρική, την ηλεκτρονική τεχνολογία, ή την κατασκευή καλωδίων και χρωματιστού γυαλιού.Στα κοσμήματα νοθεύεται με προσμίξεις, κι έτσι η ποιότητά τους μετρείται με βάση το βάρος του καθαρού χρυσού στο κράμα. Το λεγόμενο «ατόφιο» χρυσάφι – των 24 «καρατίων» – χρησιμοποιείται πολύ σπάνια γιατί είναι εξαιρετικά μαλακό και ευπαθές.Η λέξη καράτι προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «κεράτιο», τον λοβό του καρπού της χαρουπιάς, που έχει σταθερό βάρος και επί αιώνες αποτελούσε πρότυπο για τη ζύγιση μικρών ποσοτήτων στην περιοχή της Μεσογείου.
Τρέχουσα Περιοδική Έκθεση ¨Προσωπικά Οικονομικά»
Όλα ξεκίνησαν με ένα λεφτόδεντρο, που το Mουσείο «φύτεψε» πριν από δύο χρόνια, κίνηση που πυροδότησε τον σχεδιασμό μιας νέας διαδραστικής έκθεσης εκπαιδευτικού χαρακτήρα για το Μουσείο της Τράπεζας της Ελλάδος. Η περιοδική έκθεση «Προσωπικά Οικονομικά αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ένα νοικοκυριό (άτομο ή οικογένεια) επιλέγει να μεριμνά για τα οικονομικά του και δίνει την ευκαιρία στους επισκέπτες του Μουσείου να ανακαλύψουν τον αποδοτικότερο τρόπο διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων τους, ώστε να καλύπτουν τόσο τις ανάγκες όσο και κάποιες από τις επιθυμίες του νοικοκυριού τους.
Τρέχουσα Περιοδική Έκθεση ¨Προσωπικά Οικονομικά»
Όλα ξεκίνησαν με ένα λεφτόδεντρο, που το Mουσείο «φύτεψε» πριν από δύο χρόνια, κίνηση που πυροδότησε τον σχεδιασμό μιας νέας διαδραστικής έκθεσης εκπαιδευτικού χαρακτήρα για το Μουσείο της Τράπεζας της Ελλάδος. Η περιοδική έκθεση «Προσωπικά Οικονομικά αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ένα νοικοκυριό (άτομο ή οικογένεια) επιλέγει να μεριμνά για τα οικονομικά του και δίνει την ευκαιρία στους επισκέπτες του Μουσείου να ανακαλύψουν τον αποδοτικότερο τρόπο διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων τους, ώστε να καλύπτουν τόσο τις ανάγκες όσο και κάποιες από τις επιθυμίες του νοικοκυριού τους.

